FROM THE HEART

Dedicated to poetry, artwork or music concerning the issue of the missing people.

From this place, where I wait
‑Christina Bedard Neokleous-


From this place, where I wait
I can hear the waves thrashing like beating fists
Undefeated, seeking justice, against the rock of the goddess.
Upon the wind, the sea delivers, in churning foam
The sweet aroma of her birth.
This scent intoxicates me.
Life. Love. beauty.

There are voices all around me.
Lamentations of the fallen, requiems at the innocent.
Wailings. whisperings. Murmurs in the fog.
The names of loved ones, echoing, searching.
I am cold, here in this sweltering desert, where I wait
But one tree ‑ looms. Shading my soul from the darkness.
Offering light to the lost.
Branches extended, pleading, sprouting secrets, that cannot be heard.

I could taste the salt of your tear drops, stinging
Burning, as they hit the flame, within the shrine
That you built, for me, in the corner of the kitchen, on that day.
Sizzling sorrows in a timeless expanse of agony.
I wait, as the posts of dark haired, virgin daughters, blush upon my grave.
They beckon, for me join them, dancing in circles, mourning, weeping
For a life ‑ that will never be.

Once known to me, bid now of strangers is this land.
All these years. I was right here. I felt your presence. That day.
The cascading white petals, of your flowers, sparkled down through my spirit
And covered my place, like a blanket of snow, unexpected warmth, in the cool black earth.
Love is imperishable. Indestructible. Incorruptible. Tenacious.
Like a magnet my essence pulls you North. To this place.
I knew you would come. The waiting is over.
It is time, for you, to take me home.

For Pavlos.



ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΧΩΡΟ ΑΠ’ΟΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΩ.
Χριστίνα Bedard Νεοκλέους.


Απο αυτό τον χώρο απ’όπου περιμένω
ακούω τα κύματα που σπάζουν κτυπώντας σαν γρόνθοι
αήττητα, αναζητώντας δικαιοσύνη, πάνω στον βράχο της Θεάς.
Απάνω στον άνεμο, η θάλασσα προσφέρει σε ανακινούμενο αφρό
το γλυκύ άρωμα της γέννησής της.
Αυτή η μυρωδιά με μεθάει.
Ζωή, Αγάπη, Ομορφιά.

Φωνές ακούονται τριγύρω μου.
Θρήνοι των πεσόντων. Μνημόσυνα των αθώων.
Κλάματα, ψίθυροι. Γογγυσμοί μέσα στην ομίχλη.
Τα ονόματα αγαπημένων, αντιλαλούν αναζητώντας.
Κρυώνω, εδώ σ’αυτή την καυτή έρημο, όπου περιμένω.
Αλλά ένα δέντρο - γέρνει καλύπτοντας την ψυχή μου από το σκοτάδι
προσφέροντας φως στους αγνοούμενους.
Τα κλαδιά του μεγαλόνωντας, παρακαλούν, λένε μυστικά
που δεν μπορούν να ακουστούν.

Γεύομαι το άλας των δακρύων σου, κεντόντας, καίοντας
καθώς μπαίνουν στη φωτιά, μέσα στο βωμόπου έκτισες,
για μένα στην γωνιά της κουζίνας, εκείνη την μέρα.

Λύπες αχνίζουν σε μια ατέλειωτη έκταση αγωνίας.
Περιμένω, καθώς τα φαντάσματα μαυρομαλλούσων,
παρθένων θυγατέρων, ερυθριούν πάνω στο μνήμα μου.
Με καλούν ν’άρθω κοντά τους χορεύοντας κυκλικά,
πενθόντας, κλαίοντας για μια ζωή – που δεν υπάρχει.

Κάποτε αυτή η γη ήταν γνωστή μου, τώρα είναι γεμάτη ξένους.
Όλα αυτά τα χρόνια ήμουνα εδώ. Ένοιωθα την παρουσία σου.
Εκείνη την μέρα καταρράκτες άσπρων πετάλων των δικών σου λουλουδιών
έστραφταν διαμέσου του πνεύματός μου καλύπτωντας τον χώρο μου
σαν πέπλο χιονιού, απροσδόκητη ζεστασιά, στην ψυχρή μαύρη γη.

Η αγάπη είναι άφθαρτος. Ακατάστρεπτος. Αδιάφθορος. Επίμονος.
Σαν μαγνήτης η μυρωδιά μου σε τραβάει στον Βορρά. Σ’αυτό τον χώρο.
Το ήξερα ότι θα ερχόσουν. Η αναμονή τελείωσε.
Είναι καιρός να με πάρεις σπίτι μου.

Για τον Παύλο.





ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟ ΥΠΟΣΤΡΑΤΗΓΟ ΜΑΡΚΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟ
  
Σαν ήρθε τούτ’ η άνοιξη, σαν ήρθαν χελιδόνια,
οι πέρδικες οι πλουμιστές, μαζί και τ’ αηδόνια,
στείλαν προσκλήσεις σύναξης εις τους αντρειωμένους
εις τη Μονή του μαχαιρά, σε τόπους δοξασμένους.
 
Μάρτιος μήνας, Ψυχοσάββατο, σε λίγο η Λαμπρή,
στο Μαχαιρά μαζεύτηκαν όλοι οι Σταυραετοί
απ’ του Ολύμπου τα βουνά, τις πόλεις τα χωριά
κι απ’ τον Πενταδάκτυλο κι απο τη Μεσαριά.
 
Καλέσαν και το Χάροντα σ’ αυτή τη σύναξή τους
που ξέρει απ’ όλους πιο καλά για την παλληκαριά τους
και τις αντρειωσύνες τους, τα κατορθώματά τους.
 
Κι άνοιξ’ ο Χάρος τα χαρτιά και διάβασε για όλους,
για όλους τους σταυραετούς και τους αντρειωμένους,
ό,τι αγώνες έκαναν στης Κύπρου τα αλώνια,
πως επαλέψαν κι έμεινε η μνήμη τους αιώνια.
 
Στο τέλος ένας αετός, που λάμπαν τα φτερά του,
το Χάροντα τον ερωτά, απόκριση να πάρει:
«Ένα πρωτοπαλλήκαρο μ’ όνομα Τάσος Μάρκου
τ’ όνομά του δεν τ’ άκουσα κι ήταν πρώτος στην πάλη».
 
Σαν τ’ άκουσε ο Χάροντας συλλογισμένος μένει.
Αφήνει κάτω τα χαρτιά, κοιτά τα κορφοβούνια,
θωρεί τον Πενταδάκτυλο, ντυμένο μες στα μαύρα
κι απολογάται και λαλεί κι απόκριση τους δίνει:
 
«Τον Μάρκου τον αντάμωσα στο Δίκωμο πιο πάνω,
περηφανοστεκότανε και στιβαροπατούσε.
Θαύμαζα την κορμοστασιά, την τόση λεβεντιά του
και μ’ έπιασαν συλλογισμοί, απλά εκοίταζά τον.
Ύστερα τον χαιρέτισα κι έφυγα κι άφησά τον.
 
Οι δυο μας δεν παλέψαμε στης Κύπρου τα αλώνια.
Μές στα μνημονοχάρτια μου σε τούτα τα δευτέρια,
όσο καλά κι άν έψαξα, δε βρήκα τ’ όνομά του.
Εγώ μόνο το θαύμασα για την παλληκαριά του».
 
Οι πέρδικες π’ ακούγανε, αρχίσαν μοιρολόϊ
κι η κουκουβάγια η σοφή συμπλήρωσε «θα ζεί
μέσα σε κάποια φυλακή εις της Τουρκιάς τα μέρη,
στα Άδανα, στην Άγκυρα ή στο Ντιαρμπακίρ.
Άγαλμα να του κάνετε εις την γενέτειρά του,
εκεί κοντά στην Εκκλησιάν, δίπλα στον Άι Γιώρκην,
όποιος περαστικός περνά τον Τάσο να θωρεί,
να τον τιμά, να διαλαλεί τα κατορθώματά του».

facebook twitter 4 duck egg blue email duck egg blue